Λίγα λόγια...

''Aρκεί ένα ποίημα.
Ένα μόνο ποτήρι με στίχους για να μεθύσω.
Έχουν πέσει οι αντοχές μου.
Οι φίλοι μου με μαζεύουν από τα γραπτά μου.
Έλα σήκω πέρασε η ώρα μου λένε.
Έτσι που πας θα καταστραφείς.
Μην παίρνεις τη ζωή κατάκαρδα.
Δεν φταίω εγώ τους απαντώ.
Μικρό η μάνα μου με θήλαζε λέξεις.''
Νίκος Σκούτας.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Μύθος.

''Στην κόψη του χρόνου
θυσιάζω τα φεγγάρια μου.
Κυκλικές διαδρομές
σημαίνουν τις ατέρμονες επαναλήψεις.
Και όλες εκείνες οι ελλείψεις
παρατεταμένες  εκλείψεις των εαυτών μου.
Ασυνάρτητα κυλούν οι ώρες 
μπροστά στην ολοκλήρωση του φωτός.
Με φόντο το απόλυτο σκοτάδι του ουρανού
γεννιέται μια στάλα ευτυχίας.
Δειλά ξεπροβάλλει για άλλη μια φορά
η  ίδια και απαράλακτη μορφή.
Μείον ένα φεγγάρι και αυτό το μήνα.
Μηδέν εις το πηλίκο του ουρανού.''
Είπε ο ταξιδιώτης με την ασημένια
κάπα και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο,
αφού πρώτα ανακάτεψε τους μύθους
που έφερε στο δισάκι του.


Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Τα κυάλια

Φέρνω τα μαύρα κυάλια του πατέρα
στα μάτια μου εμπρός.
Βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο.
Μα δεν μπορώ να σε δώ.
Που είσαι?
Πώς γίνεται να μην σε βλέπω και να είσαι εδώ...

Η μεγέθυνση έχει θολώσει το είδωλο.
Και όμως στάσου.
Βλέπω θαρρώ τα μάτια σου.
Πιο πέρα απ'το χρώμα.
Από τόσο μακριά.Είμαι τόσο κοντά.
Μ'αυτά τα μαραφέτια που εκμηδενίζουν τις αποστάσεις
και φέρουνε το είδωλο τόσο κοντά λες και είναι απάτη.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Στενογραφία

Με μια υποψία,
πως των ανθρώπων οι στιγμές
θυμίζουν συντομογραφία.
Λέξεις που δεν χώρεσαν.

Με μια απορία,
πώς των στιγμών οι αφορμές
γράφουν ιστορία...
Αγάπες που δεν μπόρεσαν.

Επιθυμίες και αρνήσεις.
Τελείες και κόμματα.
Και όλη η ζωή μια ακατάπαυστη στενογραφία.








Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Υπολείπεσαι

Συνεχόμενες διασπάσεις μορίων
αποσυνθέτουν το πεπερασμένο.
Αδιάκοπες ανακατατάξεις ατόμων
συνθέτουν το άπειρο.

Υπολείπεσαι.

Ανυπεράσπιστες αγάπες
ηλεκτρίζουν το χρόνο.
Ένοχες σκέψεις
διαπερνούν το παρόν.

Υπολείπεσαι.

Αλλεπάλληλες κινήσεις χεριών
κραδένουν το μέλλον.
Πάγιες αντιλήψεις μυαλών
ανασκαλεύουν το παρελθόν.

Υπολείπεσαι.

Ανυπεράσπιστος να αγαπάς
ωσπού να σταματήσει ο χρόνος.
Με την ενοχή
το σκοτάδι να γίνει φώς.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Το κουκούτσι.

Είσαι μικρός και στο άνθος της ελιάς
ούτε που φαντάζεσαι κουκούτσι.
Δαγκώνεις αργά και επιφυλακτικά
αποφεύγοντας τον βέβαιο πνιγμό σου.

Είσαι μεγάλος και στο άνθος της ελιάς
καταπίνεις το κουκούτσι.
Δαγκώνεις γοργά και αδίστακτα
περιμένοντας τον αβέβαιο πνιγμό σου.

''Παιδί μου,πρόσεχε την ελίτσα σαν δαγκάνεις
αίμα δικό σου χύνεται και σύ τη βγάζεις λάδι.
Σαν ήσουνα μικρό το κουκούτσι σου μάθαινα
να βγάνεις..
Σαν έγινες μεγάλο σου μάθαινα να χάνεις..''








Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Όψεις

Υπάρχουνε μέρες
που κρατάς τον ήλιο στα χέρια
λέξεις τρέχουν σαν σφαίρες
με στόχο τα αστέρια.

Υπάρχουν και άλλες
που σκάνε με κρότο
βαριές σαν ψιχάλες
με γνώριμο τρόπο.

Υπάρχουν και εκείνοι
που ακούνε το βήμα
το χρόνο που σβήνει
και δείχνει το θύμα.

Υπάρχουν και άλλοι
που κλείνουν το στόμα
το φόβο που πάλι
φυτρώνει στο χώμα.








                    







Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

2012 μ.Χ.

Αγάπησα την πόλη μου από τις μυρωδιές της.
Τη δέχτηκα για τη διαφορετικότητά της.
Την ευχάριστη και τη δυσάρεστη.
Όποτε με απογοήτευε η ασχήμια της
πάντα η ίδια γεννούσε κάτι όμορφο
για να με καλοπιάσει.
Και γω δεν ήθελα τίποτα πιότερο
από το να την περπατώ.
Να περπατώ κάθε φορά και άλλη ιστορία.
Και όταν χανόμουν στους βρώμικους της δρόμους
να περιμένω μιαν Ακρόπολη
το δρόμο πάλι να μου δείξει.

Έτσι την κουβαλούσα μέσα μου μέχρι προχτές.
Έπαψε πια η οσμή να μου την θυμίζει.
Σαν να έχασε το παιδί τη μάνα.

Η πόλη μου είχε σκάσει σαν δακρυγόνο
ανάμεσα στα βλεφαρά μου.

Η όραση είχε μουδιάσει τις άλλες μου αισθήσεις.
Μόνο το σώμα μηχανικά συνέχισε το δρόμο του.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Παιχνίδι.



Όταν κάτι έχει
σηκώνεται και τρέχει.
Και μούσκεμα γυρνάει
γιατί βρέχει.

Βρέχει δειλά μουσικές
πλάι σε σώματα στεγνά.
Τρέχει στους δρόμους
με τα μάτια χαμηλά.
Έχει το σώμα μάτια
τις μουσικές των δρόμων
για να βλέπει.

Βρέχει γέλια και χαρές
πλάι σε στόματα κλειστά.
Τρέχει στα δάση
με τα χέρια ανοιχτά.
Έχει το στόμα χέρια
τις χαρές με γέλια
να τις ραίνει.

Βρέχει στην έρημο φωτιές
πλάι σε πρόσωπα μουντά.
Τρέχει στις θάλασσες
με τα όνειρα ξανά.
Έχει το πρόσωπο όνειρα
την έρημο με θάλασσες να καίει.

Και όταν ξάφνου βρέχει,
την ομπρέλα ξεχασμένη κάπου έχει,
λες και κάτι τρέχει....