.

Κόσμος παράλογος,
στραβός και ανάποδος.
Πάνω στο δέντρο μια γαλή
να νιαουρίζει βράδυ πρωί.
Φεγγάρια όνειρα,
άτακτα και παμπόνηρα.
Και εκείνο το δέντρο δεν ομιλεί
απλώνει τα κλαδιά λες κι έχει ξεριζωθεί.
Χρώματα σκορπισμένα,
ηλιοκαμένα και τσαλαπατημένα.
Πάνω στο κλαδί και άλλο κλαδί
να πιάσει την μαύρη ουρά που ακροβατεί.
Μπόρα ξενοφερμένη,
ροδαλή και ξυλιασμένη.
Γάτα με εφτά ψυχές η άνοιξη
και όσες φορές και αν πέσει θα σηκωθεί.
Θα σε αναστήσει και μένα μαζί
βγάλε τα μαύρα αρχινάει η γιορτή.