Λίγα λόγια...

''Aρκεί ένα ποίημα.
Ένα μόνο ποτήρι με στίχους για να μεθύσω.
Έχουν πέσει οι αντοχές μου.
Οι φίλοι μου με μαζεύουν από τα γραπτά μου.
Έλα σήκω πέρασε η ώρα μου λένε.
Έτσι που πας θα καταστραφείς.
Μην παίρνεις τη ζωή κατάκαρδα.
Δεν φταίω εγώ τους απαντώ.
Μικρό η μάνα μου με θήλαζε λέξεις.''
Νίκος Σκούτας.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2021

10.Τελευταίο βράδυ

 Σώματα, ναοί στραμμένοι προς Ανατολάς.

Εξορίες δίχως τελειωμό με αφορισμούς εξ΄ορισμού σπαρμένους.

Άγγιγμα, σαν μύρο που κυλάει το χάδι.

Στάχτες δίχως φλόγα οι ψυχές που ανάβλυσαν κρυμμένες στης νύχτας την αγκάλη.

Εξομολόγηση, των εραστών οι ανάσες που μπλέκονταν και ξεμπλέκονταν

στην αιωνιότητα να φτιάξουν κομποσκοίνι.

Την τελευταία νύχτα εκείνη,

ο θάνατος έμοιαζε ετούτη τη Γη

για άλλη να αφήνει και στεφάνι νικητήριο

στον έρωτα να δίνει.

 

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2021

9. Ο κήπος με τα γιασεμιά

 Λευκό και ατέλειωτο,

άπλωνε τα κλωναράκια του,

ο τόπος να μοσχοβολήσει.

Γιασεμί στην πόρτα μου μπροστά,

φύτρωσε και την ψυχή μου λύτρωσε

στης καρδιάς τα ανοιχτά.

Λευκό και ταπεινό,

γέμιζε πέταλα τους ανυποψίαστους περαστικούς,

για να τους ανησυχήσει.

Γιασεμί που σε έκοβα

κάθε βραδιά, καθώς στα μάτια μου

σε έφερνα μπροστά.

Λευκό και αγέραστο,

στριμωχνόσουν σε έναν βασιλικό κοντά

και ο λόγος μου στο πέρασμά σου

σιωπούσε.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2021

8.Αμμοθίνες

 Ένας ποιητής καθότανε μαρμαρωμένος,

βαθιά υποψιασμένος.

Εκεί στης Βόρειας Θάλασσας τις εκβολές,

σαλταρισμένος.

Με το μυαλό ταξίδευε

και η άμπωτη του ονείρου καραδοκούσε.

Μία-μία τις αμμοθίνες μετρούσε

με έναν απροσδόκητο φόβο

για εκείνα τα αυλάκια που άνοιγε

κάθε δάκρυ που κυλούσε.

Εκεί που ο ήλιος δύει εξαγριωμένος

στα βάθη της θάλασσας και τα σύννεφα

μαίνονται να τον κατασπαράξουν αν κάνει

να εξαπλωθεί.

Με τις καταιγίδες που στην καρδιά του ζύγωναν,

άρχισαν σαν υγρασία οι περασμένες του πληγές

τα κόκκαλα του να τρυπούν.

Ένα-ένα τα κύματα γλιστρούσαν

με θράσος κάμποσο

για να εναποθέσουν άδεια κελύφη

κάθε χρόνο που περνούσε.

Εκεί που οι σταθμοί των τρένων δεν είχαν βαγόνια

για να επιστρέψει, δρομολόγια για να επιβιβαστεί,

έρωτες για να καταδικαστεί.

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2021

7.Εσπερινή διερώτηση

 Μπορεί άραγε να φτάσει κάποιος στο Πορί,

δίχως να απορεί για εκείνα που δεν μπορεί;

Μπορεί άραγε ο άνεμος μπορεί,

το Ικάριο πέλαγος να απαρνηθεί και

από άλλες θάλασσες να παραπλανηθεί;

Μπορεί άραγε το μαζί να’ ρθει,

δίχως σαν το μικρό παιδί να φοβηθεί και

σαν πορθημένο κάστρο να λεηλατηθεί;

Μπορεί άραγε η νύχτα την αυγή να διαδεχθεί,

με την ψευδαίσθηση ότι το φεγγάρι ποτέ του

δεν θα την απαρνηθεί;

Και ετούτη η διερώτηση η εσπερινή

μπορεί αστεία να φανεί

όπως εκείνο το πρωί που το εγώ με το εσύ

πάλευε με το εμείς να ευθυγραμμιστεί.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021

6.Το γλυκό πικρό

Όταν το πρόβλημα συνάντησε το δεν μπορώ,

οι φόβοι στρωθήκαν σε ατέρμονο κρυφτό,

ένα απόγευμα που με κέρναγες γλυκό σιροπιαστό,

σε κάποιας χώρας το σοκάκι το σκαλιστό,

ένα γέλιο το σκάσε άρον άρον μην και το δω,

δεν με αφήνει τα λόγια να σκεφτώ,

και καθώς κάνω στο ρυθμό να αφεθώ,

από τον Ιούδα ήρθε η ώρα να φιληθώ,

και όπως ξεφεύγει η αιτία σαν αναφιλητό,

στο φως ανατινάζομαι και ξεγλιστρώ,

σε ένα τασάκι εμαγιέ καταλήγω να σβηστώ,

και ανάμεσα σε τελειωμένες γόπες να ανακυκλωθώ.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021

5.Αγία Άννα

 Σεργιάνιζες σε εκείνα τα βράχια,

τα μπηγμένα σε ένα πέλαγο βαθύ,

την καρδιά μου για να ταΐσεις πεταλίδες.

Ταξίδευες σε εκείνο το βυθό,

με διαστρεβλωτικά γυαλιά,

τάχα μου να ψάρια πώς κυνηγούσες λες,

μα τον ερωτά μας εκεί μπορούσες

και τον έβλεπες ακόμα πιο μεγάλο.

Και γύριζα τις σελίδες,

αναζητώντας τα δίστιχα του Γκάτσου για να στα θυμίσω,

μα το αφρισμένο κύμα όλο και ζύγωνε για να μας πνίξει.

Και εκείνο το αγέρωχο ξωκλήσι της Αγίας Άννας

μας περιεργαζότανε το ίδιο κατάλευκο και σιωπηλό,

καθώς βυθιζόμασταν ο ένας στην αλήθεια του άλλου.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2021

4.Cinquantenaire

Σαν το φύλλωμα των δέντρων

που σκύβει να φιλήσει

τις ψιχάλες της βροχής

πριν συντριβούν στο χώμα

φάνηκε ο έρωτας μες στην ντροπή.

Σαν της αψίδας τον θρίαμβο

που αντηχεί μες στις μαρμάρινες καμάρες

μετά από μία μάχη άνιση

σφάλισαν τα μάτια εκείνη τη βραδιά.

Μια καντίνα ξεπρόβαλε στη δημοσιά

με τις στιγμές να πνίγονται

ανάμεσα σε καφέδες και λόγια μετά την δουλειά,

ξεροστάλιασε να περιμένει τη συμφορά.

Λόγια της στιγμής,

σε κάνουν να παραφερθείς,

και σε κράσπεδα υγρά καταμεσής,

στης μνήμης την ανηφοριά να αναρριχηθείς.